ἐφαρμογή

ἐφαρμ-ογή, ,
A adjustment,

πρός τι Plu.2.780b

: Geom., of figures, coincidence, Cleom.2.5, Simp.in Cael.184.21; adjustment of claims, Hero Metr.3 Praef.
II agreement,

τῶν προλήψεων ταῖς οὐσίαις Arr. Epict.1.22.2

.
III union, Plot.6.9.11.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐφαρμογή — adjustment fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφαρμογή — η (Α ἐφαρμογή) [εφαρμόζω] προσαρμογή, συναρμογή, ακριβής τοποθέτηση κάποιου σώματος ή αντικειμένου πάνω σε ένα άλλο («ὁ κανὼν ἀπευθύνει τὰ λοιπὰ τῇ πρὸς αὐτὸν ἐφαρμογῇ και παραθέσει συνεξομοιῶν», Πλούτ.) νεοελλ. 1. μτφ. εκτέλεση στην πράξη,… …   Dictionary of Greek

  • εφαρμογή — η 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εφαρμόζω. 2. προσαρμογή, ακριβής τοποθέτηση πράγματος: Το φόρεμά σου έχει τέλεια εφαρμογή. 3. εκτέλεση, πραγματοποίηση σχεδίου ή θεωρίας: Το σχέδιό σου θα προσκρούσει στην εφαρμογή. 4. έναρξη ισχύος: Εφαρμογή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐφαρμογῇ — ἐφαρμόζω fit on aor subj pass 3rd sg (attic) ἐφαρμογή adjustment fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφαρμογή — [эфармоги] ουσ. Θ. применение, прилаживание …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • προστατευτισμός — Εφαρμογή κρατικών μέτρων, τα οποία αποβλέπουν στην προστασία τομέων της παραγωγής ή ορισμένων κατηγοριών επιχειρηματιών εναντίον του ξένου ανταγωνισμού. Η προστασία αυτή εφαρμόζεται στην πράξη με το κλείσιμο της εσωτερικής αγοράς στους ξένους διά …   Dictionary of Greek

  • ἐφαρμογαί — ἐφαρμογή adjustment fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαρμογῆς — ἐφαρμογή adjustment fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαρμογήν — ἐφαρμογή adjustment fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαρμογῶν — ἐφαρμογή adjustment fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ευρωπαϊκή Ένωση — (ΕΕ).Ευρωπαϊκός υπερεθνικός οργανισμός. Στόχος του είναι η οικονομική ολοκλήρωση και η πολιτική συνεργασία των μελών του. Αποτελεί το διάδοχο σχήμα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που η ιστορία της ξεκινά με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.